The name Knossos survives from ancient Greek references to the major city of Crete. The identification of Knossos with the Bronze Age site is supported by tradition and by the Roman coins that were scattered over the fields surrounding the pre-excavation site, then a large mound named Kephala Hill, elevation 85 m (279 ft) from current sea level. Many of them were inscribed with Knosion or Knos on the obverse and an image of a Minotaur or Labyrinth on the reverse, both symbols deriving from the myth of King Minos, supposed to have reigned from Knossos. The coins came from the Roman settlement of Colonia Julia Nobilis Cnossus, a Roman colony placed just to the north of, and politically including, Kephala. The Romans believed they had colonized Knossos. After excavation, the discovery of the Linear B tablets, and the decipherment of Linear B by Michael Ventris, the identification was confirmed by the reference to an administrative center, ko-no-so, Mycenaean Greek Knosos in Linear B, undoubtedly the palace complex. The palace was built over a Neolithic town. During the Bronze Age, the town surrounded the hill on which the palace was built.

The site was discovered in 1878 by Minos Kalokairinos (Μίνως Καλοκαιρινός). The excavations in Knossos began in AD 1900 by the English archaeologist Sir Arthur Evans (1851–1941) and his team, and they continued for 35 years. The palace was excavated and partially restored under the direction of Arthur Evans in the earliest years of the 20th century. Its size far exceeded his original expectations, as did the discovery of two ancient scripts, which he termed Linear A and Linear B, to distinguish their writing from the pictographs also present. From the layering of the palace Evans developed de novo an archaeological concept of the civilization that used it, which he called Minoan, following the pre-existing custom of labelling all objects from the location Minoan.

The palace of Knossos was undoubtedly the ceremonial and political centre of the Minoan civilization and culture. It appears as a maze of workrooms, living spaces, and storerooms close to a central square. An approximate graphic view of some aspects of Cretan life in the Bronze Age is provided by restorations of the palace's indoor and outdoor murals, as it is also by the decorative motifs of the pottery and the insignia on the seals and sealings.

The palace was abandoned at some unknown time at the end of the Late Bronze Age, c. 1380–1100 BC. The occasion is not known for certain, but one of the many disasters that befell the palace is generally put forward. The abandoning population were probably Mycenaean Greeks, who had earlier occupied the city-state, and were using Linear B as its administrative script, as opposed to Linear A, the previous administrative script. The hill was never again a settlement or civic site, although squatters may have used it for a time.

Except for periods of abandonment, other cities were founded in the immediate vicinity, such as the Roman colony, and a Hellenistic Greek precedent. The population shifted to the new town of Chandax (modern Heraklion) during the 9th century AD. By the 13th century, it was called Makruteikhos 'Long Wall'; the bishops of Gortyn continued to call themselves Bishops of Knossos until the 19th century. Today, the name is used only for the archaeological site now situated in the expanding suburbs of Heraklion.

In the first palace period around 2000 BC the urban area reached a size of up to 18,000 people. In its peak the Palace and the surrounding city boasted a population of 100,000 people shortly after 1700 BC



Το μινωικό ανάκτορο είναι ο κύριος επισκέψιμος χώρος της Κνωσού (ή Κνωσσού), σημαντικής πόλης κατά την αρχαιότητα, με συνεχή ζωή από τα νεολιθικά χρόνια έως τον 5ο αι. Είναι χτισμένο στο λόφο της Κεφάλας, με εύκολη πρόσβαση στη θάλασσα αλλά και στο εσωτερικό της Κρήτης. Κατά την παράδοση, υπήρξε η έδρα του σοφού βασιλιά Μίνωα. Συναρπαστικοί μύθοι, του Λαβύρινθου με το Μινώταυρο και του Δαίδαλου με τον Ίκαρο, συνδέονται με το ανάκτορο της Κνωσσού.

Οι πρώτες ανασκαφές έγιναν το 1878 από τον Ηρακλειώτη Μίνωα Καλοκαιρινό. Ακολούθησαν οι ανασκαφές που διεξήγαγε ο Αγγλος Sir Άρθουρ Έβανς (1900-1913 και 1922-1930) και που αποκάλυψαν ολόκληρο το ανάκτορο.

Τα παλαιότερα ίχνη κατοίκησης στο χώρο του ανακτόρου ανάγονται στη νεολιθική εποχή (7000-3000 π.Χ.). Η κατοίκηση συνεχίζεται στην προανακτορική περίοδο (3000-1900 π.Χ.), στο τέλος της οποίας ο χώρος ισοπεδώνεται για την ανέγερση ενός μεγάλου ανακτόρου. Το πρώτο αυτό ανάκτορο καταστρέφεται, πιθανότατα από σεισμό, το 1700 π.Χ. περίπου. Δεύτερο, μεγαλοπρεπέστερο ανάκτορο ανεγείρεται πάνω στα ερείπια του παλαιού. Μετά από μερική καταστροφή γύρω στο 1450 π.Χ.,οι Μυκηναίοι εγκαθίστανται στην Κνωσό. Το ανάκτορο καταστρέφεται οριστικά περί το 1350 π.Χ. από μεγάλη πυρκαγιά. Ο χώρος που καλύπτει ξανακατοικείται από την ύστερη μυκηναϊκή περίοδο μέχρι τα ρωμαϊκά χρόνια.

Στο ανάκτορο της Κνωσού έχουν γίνει ευρείας έκτασης αναστηλώσεις από τον αρχαιολόγο Sir Arthur Evans. Ηταν πολυόροφο και κάλυπτε έκταση 20.000 τ.μ. Εντύπωση προκαλούν η ποικιλία των δομικών υλικών, τα χρωματιστά κονιάματα, οι ορθομαρμαρώσεις και οι τοιχογραφίες που κοσμούν δωμάτια και διαδρόμους. Τις υψηλές τεχνικές γνώσεις των Μινωϊτών επιβεβαιώνουν πρωτότυπες αρχιτεκτονικές και κατασκευαστικές επινοήσεις, όπως οι φωταγωγοί και τα πολύθυρα, η χρήση δοκαριών για ενίσχυση της τοιχοποιίας, καθώς και το σύνθετο αποχετευτικό και υδρευτικό δίκτυο.

Το ανάκτορο αναπτύσσεται γύρω από τη μεγάλη Κεντρική Αυλή, χώρο δημόσιων συγκεντρώσεων. Δεύτερη αυλή, η Δυτική, αποτελούσε την επίσημη πρόσβαση στο ανάκτορο αλλά και χώρο τελετών.

Στη δυτική πτέρυγα εντάσσονται οι επίσημοι χώροι διοικητικών και θρησκευτικών δραστηριοτήτων: το Τριμερές Ιερό, τα Ιερά Θησαυροφυλάκια και οι Υπόστυλες Κρύπτες. Ξεχωρίζει η Αίθουσα του Θρόνου, με τη δεξαμενή καθαρμών και τον αλαβάστρινο θρόνο που πλαισιώνεται από θρανία. Στη νότια πτέρυγα σημαντικότεροι χώροι είναι το Νότιο Πρόπυλο, ο Διάδρομος της Πομπής και η Νότια Είσοδος με την τοιχογραφία του πρίγκηπα με τα Κρίνα. Στην ανατολική πτέρυγα εντάσσονται χώροι κατοίκησης και μεγάλες αίθουσες υποδοχής, με κυριότερες την Αίθουσα των Διπλών Πελέκεων και το Μέγαρο της Βασίλισσας. Σε αυτές οδηγεί το επιβλητικό μεγάλο Κλιμακοστάσιο.

Από τη Βόρεια Είσοδο γινόταν η επικοινωνία με το λιμάνι της Κνωσού. Η Βόρεια Είσοδος πλαισιώνεται από υπερυψωμένες στοές, από τις οποίες η δυτική κοσμείται με την τοιχογραφία του Κυνηγιού Ταύρου.

Μεγάλος λιθόστρωτος πομπικός δρόμος, ο Βασιλικός Δρόμος, οδηγούσε από το Μικρό Ανάκτορο και την πόλη στη βορειοδυτική γωνία του ανακτόρου, όπου διαμορφώνεται υπαίθριος θεατρικός χώρος.

Γύρω από το ανάκτορο εκτεινόταν ο μινωικός οικισμός και, στους λόφους, τα νεκροταφεία. Σημαντικά οικοδομήματα της ίδιας περιόδου είναι: η Νότια Οικία, η Οικία του ιερού Βήματος, το Μικρό Ανάκτορο, ο Ξενώνας, η Βασιλική Επαυλη και ο Τάφος-Ιερό. Από τη ρωμαϊκή Κνωσό σημαντικό οικοδόμημα είναι η Βίλλα του Διονύσου με ψηφιδωτά δάπεδα (2ος αι. μ.Χ.).


01 02 03 04 05
06 07 08 09 10
11 12 13 14 15
16 17 18 19 20
21 22 23 24 25


Απαγορεύεται κατά τον Ν.2121/1993 και κατά τη διεθνή σύμβαση της Βέρνης η αναδημοσίευση και γενικά η αναπαραγωγή ολική, μερική, περιληπτική η κατά παράφραση, η διασκευή, απόδοση του περιεχομένου του παρόντος web site με οποιοδήποτε μέσο και τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο, άνευ προηγούμενης έγγραφης άδειας του Γιωργου Τρουλινου και τών συντελεστών της Ιστοσελιδας. Φωτογραφιες: Nella Theotokatou Κειμενα: Wikepedia και Βικιπαίδεια



copyright 2011 || Design & Development || All rights reserved